Η ροταριανή Χριστίνα Βαμβούρη –Δημάκη -« Η Κυριακή της ορθοδοξίας, η ιστορική πλευρά »
12/03/2009

                                        Κυριακή της Ορθοδοξίας

 

Η Εκκλησία μας έχει ορίσει την πρώτη Κυριακή των Νηστειών ως ημέρα εορτασμού της αναστήλωσης των ιερών εικόνων. Αυτή η Κυριακή, για φέτος ήταν η 8η Μαρτίου, ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας και πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης, η ανάμνηση της νίκης της πάνω σε πάθη που για περίπου 120 χρόνια ταλάνισαν το Βυζαντινό κράτος και παραμερίστηκαν οριστικά το 843, μετά από σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου.

Κατά την περίοδο εκείνη, τον 8ο και 9ο αιώνα, που είναι σκοτεινή ακόμη και σήμερα για τους μελετητές και ονομάζεται εικονομαχία παρ’ ολίγον να συνέβαινε ό, τι δεν είχαν επιτύχει οι κατά καιρούς εχθροί του Βυζαντίου, Άβαροι, Βούλγαροι, Άραβες, Πέρσες και άλλοι που συχνά- πυκνά πολιορκούσαν το ‘θεοφρούρητο’ κράτος.

Παλαιότεροι ιστορικοί θεωρούσαν ότι η εικονομαχία δεν ήταν μόνον θρησκευτικό κίνημα, ούτε μόνον κοινωνικό, ή πολιτικό ή μεταρρυθμιστικό. Υποστήριζαν ότι ήταν προσπάθεια αποκάθαρσης του Χριστιανισμού από τα ειδωλολατρικά στοιχεία, όπως η λατρεία των εικόνων. Ήταν επίσης πνευματική κίνηση που συνδέθηκε με το ερώτημα: είναι σύμφωνη με τις παραδόσεις της Ορθοδοξίας η λατρεία των εικόνων ή όχι; Ήταν επιπλέον κίνημα αντιμοναχικό, που αποσκοπούσε στην πάταξη των κακών, που προήλθαν από την υπερβολική αύξηση των μοναχών: μείωση του αριθμού των στρατιωτών, αφού οι μοναχοί ήταν απαλλαγμένοι από την υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας, επιπτώσεις στην οικονομία και στη φορολογία, εφόσον οι περιουσίες των μοναστηριών που εν πολλοίς προέρχονταν από τις περιουσίες που δώριζαν οι υποψήφιοι μοναχοί ήταν αφορολόγητες, μεγάλη επιρροή των μοναχών στο λαό κ. άλλες. Ήταν τέλος προσπάθεια προσέγγισης των χριστιανών με λαούς με συναφείς θρησκείες, που είναι ανεικονικές, όπως ο Ιουδαϊσμός και ο Μωαμεθανισμός, με τον παραμερισμό της προσκύνησης των εικόνων και με απώτερο στόχο την υποταγή των λαών αυτών.

Αντίθετα, οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι ο πρωτογενής χαρακτήρας του διωγμού των εικόνων και των υπερασπιστών τους ήταν καθαρά θρησκευτικός: από παλιά Πατέρες της Εκκλησίας αποδοκίμαζαν την απεικόνιση ιερών προσώπων, επικαλούμενοι τις επιταγές της Παλαιάς Διαθήκης: «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς».

Η συνύπαρξη χριστιανικών κοινοτήτων και αρχαίων θρησκειών επέδρασαν στην ανάπτυξη εικονικών παραστάσεων, συμφώνων με τις αφηγήσεις της Γραφής, με προορισμό να φωτίσουν και να διδάξουν τον ανίδεο πιστό. Είναι αλήθεια ότι με την πάροδο του χρόνου δεισιδαιμονίες και προλήψεις συνδέθηκαν με την προσκύνηση των εικόνων. Πιστοί των κατωτέρων λαϊκών στρωμάτων και ανίδεοι και αφελείς μοναχοί απέδιδαν ολοένα και περισσότερη σημασία στην προστατευτική δύναμη όχι πια του εικονιζόμενου προσώπου, αλλά του ίδιου του αντικείμενου, του υλικού. Έτσι έφταναν σε σημείο να ξύνουν το χρώμα από τις εικόνες και να το αναμειγνύουν στη θεία μετάληψη για θεραπευτικούς σκοπούς.

Πρωτεργάτες της εικονομαχίας ήταν ο Λέων ο Γ (717-741) και ο γιος του, Κων/νος ο Ε (741-775). Η καταγωγή τους ήταν από τη Βόρεια Συρία και είχαν άμεσα επηρεαστεί από τις ανεικονικές αντιλήψεις των παραπάνω θρησκειών και γι’ αυτό απέρριπταν τη λατρεία των εικόνων ως δείγμα ειδωλολατρίας. Οι Ίσαυροι είχαν κάθε λόγο να ευνοούν τους αγροτικούς πληθυσμούς της Μ. Ασίας που σήκωναν το βάρος της άμυνας κατά των επιδρομών από τους Άραβες. Οι δεισιδαιμονίες και οι υπερβολές κάποιων πιστών έπαιξαν ρόλο επίσης στη διαμόρφωση της εικονομαχικής πολιτικής των δυο αυτοκρατόρων.

Βέβαια, όταν ο Λέων ο Γ ο Ίσαυρος εξέδωσε το 726 το πρώτο διάταγμα με το οποίο απαγόρευε την υπερβολική λατρεία των εικόνων και την προσκύνησή τους δε φανταζόταν το κύμα αντιδράσεων που θα ξεσπούσε. Έτσι, αυτός ο ικανότατος κατά τα άλλα στρατιωτικός και πολιτικός, αποκαθήλωσε την εικόνα του Χριστού του Αντικωνήτου από τη Χαλκή Πύλη των ανακτόρων και ορμώμενος από την άρνηση του πατριάρχη Γερμανού να ευλογήσει τον τέταρτο γάμο του, τον αντικατέστησε με τον Αναστάσιο και στη συνέχεια προσπάθησε να περιορίσει τον αριθμό των μοναχών. Δεν είχε όμως υπολογίσει την υποβόσκουσα αντίθεση των κατοίκων των Ανατολικών επαρχιών του κράτους που ήταν επηρεασμένοι από τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ προς τις υπερβολικά εξωστρεφείς λατρευτικές τάσεις του πληθυσμού των δυτικών επαρχιών του Βυζαντίου. Αυτό δε σήμαινε φυσικά ότι οι ανατολικοί ήταν εχθροί των εικόνων. Αντίθετα, από την Ασία καταγόταν ο πιο ένθερμος υποστηρικτής των εικόνων, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο Ιωάννης πρέσβευε ότι οι εικόνες είναι τα βιβλία των αγραμμάτων.

Πώς να δεχτούν όμως οι κάτοικοι της Ελλάδας, του Ιλλυρικού της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας μαθημένοι από την αρχαία παράδοση να απεικονίζουν τους θεούς τους με τη γλυπτική και τη ζωγραφική και να μην προσκυνούν τις εικόνες των αγίων τους; Γρήγορα ξέσπασαν διαμαρτυρίες που έφτασαν να πάρουν μορφή στάσης, που σύντομα πνίγηκε στο αίμα και ήταν απαρχή περισσότερων διαμαρτυριών. Αντίδραση υπήρξε και από τον πάπα της Ρώμης, που αναθεμάτισε το διάταγμα του 726, βρίσκοντάς το ως αφορμή για να αποτινάξει τις φορολογικές του υποχρεώσεις προς το Βυζάντιο. Ο πάπας τιμωρήθηκε με την αφαίρεση από τη δικαιοδοσία του του θέματος του Ιλλυρικού. Η Ιταλία από τότε μεταβλήθηκε σε καταφύγιο των διωκομένων από τους εικονομάχους αυτοκράτορες μοναχών.

          Ο Λέων δεν ήταν ο πρώτος που είχε απαγορεύσει την προσκύνηση των εικόνων. Είχε προηγηθεί ο χαλίφης Yasid, σύγχρονος του Λέοντα που είχε απαγορεύσει στην επικράτειά του την ανόρθωση εικόνων στους ναούς.

Την ίδια πολιτική και μάλιστα αγριότερη ακολούθησε ο γιος του Λέοντα, Κωνσταντίνος ο Ε, εξίσου ικανότατος αυτοκράτορας, ο οποίος επιδόθηκε με πάθος σε διωγμούς μοναχών προβαίνοντας ακόμη και σε διαπομπεύσεις (τέτοια περίπτωση είναι των ‘γραπτών’ μοναχών, των μοναχών δηλαδή που τύπωναν με πυρωμένο σίδερο στο μέτωπο κοροϊδίες εναντίον τους και τους περιέφεραν στους δρόμους, όπου ο όχλος τους χλεύαζε), σε θανατώσεις, σε κλείσιμο μοναστηριών και η μεταβολή τους σε στρατώνες. Υπήρξε η περίοδος της βασιλείας του Κωνσταντίνου μια περίοδος γεμάτη πάθη και φανατισμό και που ευτυχώς έληξε το 787  με τη Ζ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, την οποία είχε συγκαλέσει η χήρα  του αυτοκράτορα Λέοντα του Δ του Χάζαρου και επίτροπος του ανηλικου γιου της, του Κων/νου Στ, η Ειρήνη η Αθηναία. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνόδου οι πιστοί έπρεπε να αποδίδουν στις εικόνες μόνον  τιμητική προσκύνηση.

Η καταγωγή της Ειρήνης της Αθηναίας έπαιξε μεγάλο ρόλο στη στήριξή της στους εικονολάτρες και στην αποκατάσταση των εικόνων. Ως αποτέλεσμα των διώξεων κατά των εικονολατρών, η σορός του Κωνσταντίνου του Ε απομακρύνθηκε από το ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου βρίσκονταν οι σοροί όλων των αυτοκρατόρων. Έτσι έκλεισε η πρώτη περίοδος της Εικονομαχίας.

Ο εξίσου ικανός αυτοκράτορας Λέων ο Ε ο Αρμένιος είχε ασπαστεί την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι η εικονομαχία συνδεόταν με περιόδους ακμής και στρατιωτικών επιτυχιών, ενώ η εικονολατρία με περιόδους ταπεινώσεων και αποτυχιών, οπότε ανακίνησε το ζήτημα της εικονομαχίας. Δυστυχώς και στη δεύτερη φάση παρατηρήθηκαν βιαιότητες κυρίως στην εποχή του Λέοντα και του Θεόφιλου. Ο ηγέτης των εικονολατρών, μοναχός Θεόδωρος Στουδίτης, φυλακίστηκε ενώ πολλοί εικονολάτρες έχασαν ακόμη και τη ζωή τους.

Με το θάνατο του Θεόφιλου, το 842, την επιτροπεία του ανήλικου γιου τους Μιχαήλ ανέλαβε η αυγούστα Θεοδώρα, βοηθούμενη από το θείο της, μάγιστρο Μανουήλ και το λογοθέτη Θεόκτιστο. Η Θεοδώρα ήταν κρυφή εικονολάτρις, όσο ζούσε ο σύζυγός της, Θεόφιλος, και μόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση του κράτους ικανοποίησε το αίτημα της πλειοψηφίας των Βυζαντινών για την αναστήλωση των εικόνων καθαιρώντας στην αρχή τον εικονομάχο πατριάρχη Ιωάννη Γραμματικό και συγκαλώντας Οικουμενική Σύνοδο, η οποία στις 11/3/843 επικύρωσε τα πρακτικά της 7ης Οικουμενικής Συνόδου του 787.

Από την πολύχρονη διαμάχη υπήρξαν σημαντικά κέρδη: νικητής βγήκε η Ορθοδοξία, αναθεωρήθηκαν οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας, ενισχύθηκε το ιεραποστολικό έργο και καταδικάστηκε η τυπολατρία. Παράλληλα, οι πιστοί συνειδητοποίησαν ότι δεν πρέπει να λατρεύονται οι εικόνες ως αντικείμενα αλλά να αποδίδεται ο σεβασμός στο πρόσωπο που εικονίζεται. Τα μοναστήρια άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, ενώ περιορίστηκαν οι υπερβολές στη λατρεία των εικόνων και των λειψάνων.

Πολλές ήταν όμως και οι απώλειες: η εικονομαχία δίχασε το βυζαντινό λαό. Η Εκκλησία της Ρώμης δυσαρεστημένη από τους εικονομάχους αυτοκράτορες ‘γύρισε την πλάτη’ στο Βυζάντιο, απομακρύνθηκε από αυτό και στράφηκε προς τους ηγεμόνες των Φράγκων, την αναδυόμενη πολιτική δύναμη στη Δυτική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας, απαγορεύτηκε η αναπαράσταση θείων προσώπων και καταστράφηκαν πολλές εικόνες φορητές ή όχι, με αποτέλεσμα να καταστραφούν πολλά έργα τέχνης και οι ναοί διακοσμήθηκαν με θέματα από το φυτικό και ζωικό κόσμο. Επιπλέον, μετά τη νίκη των εικονολατρών, καταστράφηκαν πολλά έργα τέχνης των εικονομάχων.

Η μεγάλη αυτή θρησκευτική κρίση, απέδειξε για μια ακόμη φορά ότι ο φανατισμός βλάπτει πάντοτε τα άτομα και τα κράτη.    

         

 913957964943947961945966959_945960972_snc00090_400

Designed by Ingenius Images