Η ομιλία του Κ. Μαλκίδη με θέμα "Η 28η Οκτωμβρίου, σύμβολο ενότητας και νίκης του Ελληνισμού"
25/10/2009

Η 28η Οκτωβρίου ως σύμβολο ενότητας και νίκης του Ελληνισμού

Εισαγωγή

Από τις αρχές  του 1939, είχαν διαφανεί οι βλέψεις του Ιταλού δικτάτορα   Μουσολίνι κατά της Ελλάδος, ενώ με την κατάληψη της Αλβανίας από τα ιταλικά  στρατεύματα, τον Απρίλιο του 1939, ο κίνδυνος της επίθεσης βρισκόταν  πλέον επάνω από την Ελλάδα. Μετά την κατάληψη της Αλβανίας, η  Ιταλία επιδίδονταν σε προκλήσεις κατά της Ελλάδος, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του καταδρομικού «Έλλη», στην Τήνου, στις 15 Αυγούστου 1940.  Στις 26 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο της Ιταλίας, σκηνοθέτησε επεισόδιο στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, ενώ στις 28 Οκτωβρίου 1940, στις 3 το πρωί, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Γκράτσι, επέδωσε τελεσίγραφο στον Ι. Μεταξά. Η  Αθήνα, υποχρεώθηκε να απορρίψει το τελεσίγραφο του Μουσολίνι, λόγω της καθολικής αντίθεσης του ελληνικού λαού στην ιταλική επίθεση,  και της έντονης πίεσης της Αγγλίας, που επεδίωκε να προβληθεί αντίσταση στα σχέδια του Άξονα, μετά από τη ταχεία παράδοση όλων των ευρωπαϊκών κρατών. Η ιταλική επίθεση, εκδηλώθηκε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου στις 5:30, με εισβολή ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στους τομείς της Πίνδου και της Ηπείρου και  συμπλοκών στην περιοχή της βορειοδυτικής  Μακεδονίας. Οι Ιταλοί επιτέθηκαν με δύο μεραρχίες, την 23η μεραρχία πεζικού (Φερράρα) και την 131η μεραρχία αρμάτων (Κένταυρος), που ήταν ενισχυμένες σε πεζικό με τάγματα Αλβανών και Μελανοχιτώνων και υποστηριζόμενες από πυροβολικό και αεροπορικές δυνάμεις.
Η αντίσταση της Ελλάδας κατά της Ιταλίας  προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη και έγινε η αιτία πολλαπλού γενικευμένου θαυμασμού και εγκωμίων. Η  Ελλάδα με σύμπνοια, αυτοθυσία, αγωνιζόμενη μόνη, χωρίς ουσιαστική συμμαχική βοήθεια, επί 160 ημέρες, κατενίκησε την κατά πολύ μεγαλύτερη και πανίσχυρη επιτιθέμενη φασιστική Ιταλία.  Την αποτυχία της πεντάμηνης κατακτητικής προσπάθειας και την ήττα της φασιστικής Ιταλίας επισφράγισε η αποτυχία της Εαρινής Επιθέσεως του Μαρτίου του 1941. Την τελική αυτή φάση του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου, ο Μουσολίνι επόπτευσε προσωπικώς, πηγαίνοντας στο Μέτωπο, αλλά και μετά τη συντριβή και αυτής της επιθέσεως, ο Μουσολίνι επέστρεψε νικημένος και ταπεινωμένος στη Ρώμη. Συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1941 σημειώθηκαν τρία σημαντικά περιστατικά, που προκάλεσαν τη Γερμανική παρέμβαση:

1.Η οριστική Ιταλική ήττα από την Ελλάδα.

2.Η αλλαγή του καθεστώτος της Γιουγκοσλαβίας, από γερμανόφιλο σε αγγλόφιλο.

3. Η έναρξη αποβιβάσεως σε Ελληνικό έδαφος μικρού Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος.

 

Ο πόλεμος

Τα βαλκανικά κράτη φοβούμενα μη βρεθούν στο δρόμο της πολεμικής θύελλας, άλλα κηρύσσουν ουδετερότητα και άλλα κάνουν επίδειξη καλής διαγωγής, η Ελλάδα όμως διαπιστώνει ότι όλο μεγαλώνει η  απομόνωση, άρα και το βάρος της ευθύνης της, απέναντι στις παραδόσεις της και την ιστορία της.  Στο επόμενο  χρονικό διάστημα, εντείνονται οι προσπάθειες αποκοιμίσεως της Ελλάδας και από τους δύο εταίρους του 'Άξονα. Η Ιταλία συνέχιζε να προετοιμάζεται για την παραβίαση της ελληνικής ανεξαρτησίας, όμως η αιφνιδιαστική έναρξη του πολέμου από τον Χίτλερ και οι κεραυνοβόλες επιτυχίες του στα πεδία των μαχών την έκαναν να χάσει τη ψυχραιμία της και να επιχειρήσει και αυτή κάτι εντυπωσιακό, ώστε να προλάβει να επωφεληθεί, αισθανόμενη το τέλος του πολέμου.  Ακολούθησε μια προσπάθεια από τον Μουσολίνι προκλήσεως της Ελλάδας και αναζήτησης αφορμών, ρυθμισμένη με μαθηματική ακρίβεια ώστε να ακολουθεί την ανιούσα και δεν έλειπαν και οι προκλήσεις:

-Βομβαρδισμός ελληνικών πολεμικών πλοίων, συμπεριλαμβανομένου του αντιτορπιλικού 'Υδρα. 

-Ο Ιταλικός τύπος δημοσιεύει με εντυπωσιακούς τίτλους, ότι «ο μέγας Αλβανός πατριώτης Νταούτ Χότζα δολοφονήθηκε στην ελληνοαλβανική μεθόριο από 'Ελληνες πράκτορες». [1]

-Ο δημοσιογράφος Γκάυντα, φερέφωνο του φασιστικού κόμματος, την 14 Αυγούστου 1940, με άρθρο του στον  ιταλικό τύπο έδινε το γενικό σύνθημα: «Γενική επίθεση κατά της Ελλάδος. Η Ιταλία πλέον είχε αποβάλει το προσωπείο». 

-Την επομένη, την 15η  Αυγούστου, ακολούθησε ο άνανδρος τορπιλισμός του καταδρομικού ΕΛΛΗ στο λιμάνι της Τήνου.  Αυτή η τελευταία πρόκληση, εγκαινίασε ουσιαστικά την επίθεση εναντίον της Ελλάδος και χρωμάτισε με ιερότητα τον αγώνα που ακολούθησε. Από την  22η  Οκτωβρίου, στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρώμης, ο Τσιάνο, αρχίζει να συντάσσει το  τελεσίγραφο, που προοριζόταν για την ελληνική Κυβέρνηση, το οποίο δεν άφηνε περιθώρια για διέξοδο, παρά μόνο «η αποδοχή της κατοχής ή εκτέλεση επίθεσης». 

Από την άλλη, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο δεν μπορούσε να ολοκληρώσει την άμυνα της χώρας, όπως ακριβώς θα επιθυμούσε, κυρίως για δύο λόγους: 

1. Kάθε σημαντική κινητοποίηση, θα σήμαινε πρόκληση στον Μουσολίνι και

2. Η πρωτοβουλία ενάρξεως των επιχειρήσεων ανήκε στην Ιταλία, που όμως ήταν άγνωστο πότε θα εκδηλωθεί και μια επιστράτευση, με πιθανή μακροχρόνια αναμονή, θα έφθειρε το ηθικό των στρατευμένων αλλά και την οικονομία της χώρας. 

 

Το ιταλικό τελεσίγραφο

Στις 3 τα μεσάνυχτα της 28ης Οκτωβρίου ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Ελλάδα κόμης Γκράτσι επιδίδει στον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά το εξής τελεσίγραφο: «Η ουδετερότης της Ελλάδος απέβη ολοένα και περισσότερον απλώς και καθαρώς φαινομενική. Η ευθύνη δια την κατάστασιν ταύτην πίπτει πρωτίστως επί της Αγγλίας και επί της προθέσεώς της όπως περιπλέκη πάντοτε άλλας χώρας εις τον πόλεμον. Η Ιταλική Κυβέρνησις θεωρεί έκδηλον ότι η πολιτική της Ελληνικής Κυβερνήσεως έτεινε και τείνει να μεταβάλη το ελληνικόν έδαφος, ή τουλάχιστον να επιτρέψη όπως το ελληνικόν έδαφος μεταβληθή εις βάσιν πολεμικής δράσεως εναντίον της Ιταλίας. Τούτο δεν θα ηδύνατο να οδηγήση ή εις μίαν ένοπλον ρήξιν μεταξύ της Ιταλίας και της Ελλάδος, ρήξιν την οποίαν η Ιταλική Κυβέρνησις έχει πάσαν πρόθεσιν να αποφύγη. 'Οθεν, η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν -ως εγγύησιν δια την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν δια την ασφάλειαν της Ιταλίας- το δικαίωμα να καταλάβη δια των ενόπλων αυτής δυνάμεων, δια την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως μη εναντιωθή εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίση την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι. Τα στρατεύματα ταύτα δεν παρουσιάζονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και η Ιταλική Κυβέρνησις δεν προτίθεται ποσώς, δια της προσωρινής κατοχής στρατηγικών τινών σημείων, επιβαλλομένης υπό της ανάγκης των περιστάσεων και εχούσης καθαρώς αμυντικόν χαρακτήρα, να θίξη οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως δώση αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς τας αναγκαίας διαταγάς ίνα η κατοχή αυτή δυνηθή να πραγματοποιηθή κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήση αντίστασιν, η αντίστασις αυτή θα καμφθή δια των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας, αι οποίαι ήθελον προκύψη εκ τούτου. Αθήναι τη 28η Οκτωβρίου 1940/ΧΙΧ. [2]



[1] Ο Νταούτ Χότζα ήταν ληστής επικηρυγμένος προ εικοσαετίας, σκοτώθηκε σε καυγά από δύο Αλβανούς, τους οποίους μάλιστα προ διμήνου είχαν συλλάβει οι ελληνικές Αρχές. 

 

[2] Θ. Παπακωνσταντίνου Η μάχη της Ελλάδος, 1940-1941, Αθήνα 1986.

 

Το ιταλικό τελεσίγραφο με το οποίο ο Μουσολίνι ζητούσε την ελεύθερη δίοδο των ιταλικών στρατευμάτων απορρίπτεται από τον Ι. Μεταξά χωρίς συζήτηση. Η σχετική απάντηση έχει ως ακολούθως: «Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι 'Ελληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι, προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος. Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. 'Ολον το 'Εθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα. τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών. Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ»

 

Οι δυνάμεις των αντιπάλων κατά την έναρξη του πολέμου.
Οι πρώτες κρίσιμες ημέρες του ελληνοιταλικού πολέμου μέχρι την ανάσχεση της επιθέσεως των Ιταλών (μάχη Ελαίας (Καλπάκι) - Καλαμά, 2-8 Νοεμ. 1940), την ολοκλήρωση της επιστρατεύσεως και την Ελληνική αντεπίθεση οι δυνάμεις της Ελλάδας και της Ιταλίας ήταν οι ακόλουθες:

1.Ελληνικές δυνάμεις:

Περιοχή Ηπείρου:
VIII Μεραρχία Πεζικού: Διοικητής Υποστράτηγος Χ. Κατσιμήτρος, και το στρατηγείο της III Ταξιαρχίας Πεζικού με Διοικητή τον Συνταγματάρχη Πεζικού Δημήτριο Γιατζή. Συνολικά περιελάμβανε: 4 διοικήσεις συνταγμάτων πεζικού, 15 τάγματα πεζικού, 16 πυροβολαρχίες, 5 ουλαμούς πυροβολικού συνοδείας, 2 τάγματα πολυβόλων κινήσεως, μία πυροβολαρχία βαρέων πολυβόλων, μία μεραρχιακή μονάδα αναγνωρίσεως. Το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III Μεραρχίας (κινούμενο από την Αιτωλοακαρνανία προς Ήπειρο). Ο Υποστράτηγος Χ. Κατσιμήτρος, Διοικητής VIII Μεραρχίας Ηπείρου, σε τηλεφωνική επικοινωνία με το ΓΕΣ (Ανσχη Κορώζη), 27 Οκτωβρίου 1940.), διαβλέποντας την ιταλική επίθεση είχε αναφέρει τα  εξής:  "Αναφέρατε παρακαλώ εις τον κ. Αρχηγόν του ΓΕΣ ότι η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αύριο την πρωίαν, ίσως δε και κατά την διάρκειαν της νυκτός 27 με 28 Οκτωβρίου, θα έχωμεν ιταλικήν επίθεσιν. Η Μεραρχία θα επιτελέση το καθήκον της προς την πατρίδα, συμφώνως προς διαταγάς και οδηγίας του ΓΕΣ. Δύναμαι να βεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγόν του ΓΕΣ, και τονίζω τούτο ιδιαιτέρως, ότι δεν θα περάσουν Ιταλοί από το Καλπάκι." [1]
Στις 12 Οκτωβρίου 1940, τέθηκε στη διάθεση της Μεραρχίας ο Υποστράτηγος Ν. Λιούμπας, στον οποίο ανατέθηκε η διοίκηση του τομέα της Θεσπρωτίας. Έφθασε μια αντιαεροπορική πυροβολαρχία (3 πυροβόλα), η οποία διατέθηκε για την προστασία των Ιωαννίνων. Συμπληρώθηκαν οι διοικήσεις της Μεραρχίας ως ακολούθως: Αρχηγός Πεζικού Μεραρχίας: Συνταγματάρχης Γεώργιος Ντρες. Διοικητής 4ου Συντάγματος Πεζικού: Συνταγματάρχης Κ. Παπαδόπουλος. Διοικητής 40ου Συντάγματος Ευζώνων: Συνταγματάρχης Θρ. Τσακαλώτος. Στις 27 Οκτωβρίου 1940 η Μεραρχία έχει συμπληρώσει την επιστράτευσή της.

Περιοχή  Δυτικής Μακεδονίας:
Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ): Διοικητής Αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας (έδρα Κοζάνη).

Το Β' Σώμα Στρατού: Διοικητής Αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος, με τις: I Μεραρχία: Διοικητής Υποστράτηγος Δημήτριος Βραχνός, IX Μεραρχία: Διοικητής Υποστράτηγος Χρήστος Ζυγούρης, V Ταξιαρχία Πεζικού: Διοικητής Συνταγματάρχης Πεζικού Αναστάσιος Καλής, IX Συνοριακό Τομέα.

Το Γ' Σώμα Στρατού: Διοικητής Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου (έδρα Θεσσαλονίκη), με τις: X Μεραρχία: Διοικητής Υποστράτηγος Χρήστος Κίτσος, XI Μεραρχία: Διοικητής Συνταγματάρχης Πυροβολικού Γεώργιος Κώσταλος, IV Ταξιαρχία Πεζικού, Διοικητής Υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς, και τους IX, X, XI Συνοριακούς Τομείς.

Το Απόσπασμα Πίνδου: Διοικητής ο έφεδρος, εκ μονίμων, Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης (Επταχώρι). Τομέας ευθύνης μεταξύ του δεξιού της VIII Μεραρχίας και του αριστερού της IX Μεραρχίας (ανάπτυγμα ΖΕ 37 χλμ. περίπου). Περιελάμβανε: Το 51ο Σύνταγμα Πεζικού (μείον), μία ορειβατική πυροβολαρχία 75 χιλ., έναν ουλαμό πυροβολικού συνοδείας των 65 χιλ. και έναν ουλαμό ιππικού. Είχε σοβαρές ελλείψεις σε οπλισμό, ιματισμό, υπόδηση και εφεδρικά πυρομαχικά. Από 8 διοικητές λόχων 2 ήταν Ανθυπολοχαγοί και 2 Έφεδροι Λοχαγοί. Από τους 32 Διμοιρίτες 3 μόνο ήταν μόνιμοι. Συνολική δύναμη: 39 τάγματα πεζικού, 40½ πυροβολαρχίες διαφόρων διαμετρημάτων. Δύναμη περίπου 35000 άνδρες.

1. Ιταλικές δυνάμεις:
Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση: Διοικητής Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα. Θέατρο επιχειρήσεων Ηπείρου.
XXV Σώμα Στρατού: Διοικητής Στρατηγός Κάρλο Ρόσσι. Τέσσερις μεραρχίες (23η: "Φερράρα", 51η: "Σιένα", 131η: Τ/Θ "Κενταύρων" και μια μεραρχία ιππικού). Συνολική δύναμη: 42000 άνδρες περίπου.
XXVI Σώμα Στρατού: Διοικητής Στρατηγός Γκαμπριέλε Νάσσι. Τέσσερις μεραρχίες (49η: "Πάρμα", 29η: "Πιεμόντε", 19η: "Βενέτσια", 53η: "Αρέτζο"). Συνολική δύναμη: 44000 άνδρες περίπου.

Μεταξύ των δύο σωμάτων στρατού, στον Τομέα της Πίνδου: 3η Μεραρχία Αλπινιστών "Τζούλια".

Συνολική δύναμη: 59 τάγματα πεζικού, 135 πυροβολαρχίες (23 βαριές), 150 άρματα μάχης, 18 ίλες ιππικού, 6 τάγματα όλμων και ένα τάγμα πολυβόλων.

Σύγκριση δυνάμεων των δύο πλευρών:
Στην Ήπειρο: Έναντι των 22 ταγμάτων πεζικού, 3 συνταγμάτων ιππικού, 61 πυροβολαρχιών (18 βαριές) και 90 αρμάτων μάχης του XXV Ιταλικού Σώματος Στρατού, υπήρχαν 15 τάγματα πεζικού, μία ομάδα αναγνωρίσεως και 16 πυροβολαρχίες (2 μόνο βαριές) της VIII Μεραρχίας.
Στην Πίνδο: Έναντι 5 ταγμάτων πεζικού, μιας ίλης ιππικού της Ιταλικής Μεραρχίας Αλπινιστών, υπήρχαν 2 τάγματα πεζικού, μια ίλη ιππικού και μιάμιση πυροβολαρχία του αποσπάσματος Πίνδου.
Στη Δυτική Μακεδονία: Έναντι 17 ταγμάτων πεζικού, μιας ίλης ιππικού, 24 πυροβολαρχιών (5 βαριές) και 10 αρμάτων μάχης του XXVI Ιταλικού Σώματος Στρατού, υπήρχαν 22 τάγματα πεζικού, 2 ομάδες αναγνωρίσεως και 22 πυροβολαρχίες (7 βαριές) του ΤΣΔΜ.
Στην Ήπειρο ήταν συντριπτική η υπεροχή των Ιταλών σε πυροβολικό και άρματα. Στην περιοχή της δυτικής Μακεδονίας οι μονάδες ήταν ισοδύναμες με μικρή υπεροχή των Ελληνικών. Στην περιοχή της Πίνδου οι Ιταλοί υπερτερούσαν σε αναλογίες 1:2 περίπου στο πεζικό και 1:4 στο πυροβολικό. Παράλληλα θα  πρέπει  να επισημανθούν και τα ακόλουθα: Η ασφάλεια των Ελληνικών ακτών ήταν επισφαλής, λόγω της συντριπτικής υπεροχής του Ιταλικού ναυτικού. Στην αεροπορία, η Ιταλική είχε την κυριαρχία. Έναντι 400 Ιταλικών αεροσκαφών, η Ελλάδα διέθετε  143 παλαιού τύπου και μικρής αποδόσεως. Τα 65 διαφόρων αποστολών (βομβαρδιστικά κ.λπ.) ήταν σε καλή κατάσταση. Να προσθέσουμε ακόμα ότι: Η αμυντική οργάνωση του Ελληνικού εδάφους, κυρίως στην Ήπειρο, με τις έντονες προσπάθειες της VIII Μεραρχίας, το δύσβατο του εδάφους με τα περιορισμένα δρομολόγια και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες ήταν αρνητικοί παράγοντες για τις επιθετικές επιχειρήσεις των Ιταλών.

 

Οι πρώτες νίκες στο μέτωπο

H  μεραρχία των Ιταλών «Τζούλια» άρχισε στις  βουνοκορφές της βόρειας Πίνδου την επίθεσή της εναντίον της Ελλάδας, για να προελάσει γρήγορα προς τα Γιάννενα, όπως πίστευε το Ιταλικό Επιτελείο, και να διευκολύνει σύμφωνα με την ιταλική προπαγάνδα τον «άνετο περίπατο» των υπολοίπων ιταλικών μεραρχιών προς την Αθήνα. Ως γνωστό, το βάρος της άμυνας το έφερε η μεραρχία Ηπείρου, που είχε τη τύχη μόνη από τις μεγάλες δυνάμεις να υπερασπίζεται τη τιμή και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, με κύρια αποστολή «την κάλυψη της κεντρικής Ελλάδος από την κατεύθυνση Ιωάννινα - Ζυγός Μετσόβου» και δευτερεύουσα «την προάσπιση εθνικού εδάφους», και η οποία με απόφαση του διοικητή της υποστράτηγου Χ. Κατσιμήτρου, δεν εγκατέλειψε την προωθημένη αμυντική γραμμή και αγωνίσθηκε χωρίς να παραχωρήσει εθνικό έδαφος. Ο Χ. Κατσιμήτρος μάλιστα ανέφερε σχετικά:  «Μαχόμεθα εναντίον εχθρού υπούλου και ανάνδρου όστις άνευ ουδεμιάς αφορμής μας επετέθη αιφνιδιαστικώς ίνα μας υποδουλώσει.  Μαχόμεθα δια τας εστίας μας και τας οικογενείας μας και δια την ελευθερίαν μας.  Αξιωματικοί και Οπλίται, κρατήσατε σταθερώς και αποφασιστικώς τας θέσεις και έχετε πάντοτε το βλέμμα προς τα εμπρός, διότι εντός ολίγου θα αναλάβωμεν αντεπίθεσιν ίνα εκδιώξωμεν τον εχθρόν εκ του πατρίου εδάφους το οποίον εμόλυνεν δια της παρουσίας του... Εγγύς είναι η ημέρα καθ' ήν ο άνανδρος και δειλός εχθρός θα ριφθεί εις την θάλασσαν. Κρατήστε ισχυρώς τας θέσεις και τούτο θα πραγματοποιηθεί συντόμως. Η παρούσα να κοινοποιηθεί εις άπαντας τους υφ' υμάς Αξιωματικούς και οπλίτας». [2]

 

 Η άμυνα εναντίον των εισβολέων και η εκδίωξή τους

Σε λίγες μόνο μέρες, οι εισβολείς εκδιώχθηκαν από το ελληνικό έδαφος και είναι σημαντικό το γεγονός ότι η απώθησή τους, έγινε κατά βάση από επιστρατευμένες κυρίως δυνάμεις, με ανεπαρκή μεταφορικά μέσα και εφοδιασμό, αλλά με τη συνδρομή των πολιτών της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που έσπευσαν στο εθνικό προσκλητήριο και έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στον ανεφοδιασμό. Για να κάμψουν το ηθικό του ελληνικού λαού, οι Ιταλοί άρχισαν τον βομβαρδισμό ελληνικών πόλεων. Την  1η  και την 2α  Νοεμβρίου, βομβαρδίστηκαν η Θεσσαλονίκη, η Κέρκυρα, η Κόρινθος, η Λάρισα και η Πάτρα, χωρίς σοβαρές ζημίες αλλά με αρκετούς νεκρούς αμάχους. H ελληνική αντεπίθεση στο μέτωπο, άρχισε στις 14 Νοεμβρίου και γρήγορα οι ελληνικές δυνάμεις  διέρρηξαν την ιταλική αμυντική γραμμή και στις 22 Νοεμβρίου οι Έλληνες στρατιώτες εισέρχονταν στην Κορυτσά, που την είχαν εγκαταλείψει οι Ιταλοί, μαζί με άφθονη λεία πολέμου, ιδιαίτερα σε πυρομαχικά και υγειονομικό υλικό, ενώ πάνω από 1.000 ιταλοί στρατιώτες είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι. Η προέλαση συνεχίστηκε αργά αλλά αποφασιστικά και στις 6 Δεκεμβρίου, ο ελληνικός στρατός καταλάμβανε το λιμάνι των Αγίων Σαράντα. Οι ελληνικές νίκες, προκάλεσαν κρίση στους κόλπους της ιταλικής κυβέρνησης, ενώ ο Μουσολίνι προσπάθησε να επιρρίψει στη στρατιωτική ηγεσία την ευθύνη της αποτυχίας. Οι επιδρομείς πίστευαν ότι η εκστρατεία τους στην Ελλάδα θα αποτελούσε μία θεαματική επίδειξη κεραυνοβόλου πολέμου. Η ηρωική όμως αντίσταση του ελληνικού στρατού, ανέτρεψε πλήρως τα σχέδιά τους και ταυτόχρονα διέψευσε τις ηττοπαθείς προβλέψεις της κυβέρνησης Μεταξά. Κατά τη δεύτερη φάση του ελληνοϊταλικού πολέμου (14 Νοεμβρίου-28 Δεκεμβρίου 1940), ο ελληνικός στρατός πήρε στα χέρια του την πρωτοβουλία, πέρασε σε ορμητική αντεπίθεση, πέταξε τους επιδρομείς έξω από τα ελληνικά εδάφη και τους καταδίωξε μέσα στο αλβανικό έδαφος, κατατροπώνοντάς τους.Στον κεντρικό τομέα της βόρειας Πίνδου ο ελληνικός στρατός εξουδετερώνει μια ιταλική μεραρχία Αλπινιστών και στον παραλιακό τομέα, όπου οι Ιταλοί είχαν στην αρχή κατορθώσει να εισχωρήσουν σε μεγάλο βάθος, τους υποχρεώνει να εκκενώσουν την κοιλάδα του ποταμού Καλαμά. Στο τέλος του χρόνου οι Ιταλοί βρίσκονται απωθημένοι 60 χιλιόμετρα πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η ουσιαστική συμβολή στον αγώνα του  αποσπάσματος υπό το συνταγματάρχη Δαβάκη, που αμυνόμενο σθεναρά με λίγους στρατιώτες, με πενιχρά μέσα αλλά με αυτοθυσία, απέκρουσε τις επιθέσεις του εχθρού και έδωσε πολύτιμο χρόνο στον Ελληνικό στρατό να ανασυνταχθεί και να αντεπιτεθεί καταδιώκοντας τους εισβολείς πέρα από τα Αλβανικά σύνορα, στα ιστορικά χώματα της Βορείου Ηπείρου.  Κατά την αντεπίθεση της 1ης Νοεμβρίου, από το ηρωικό απόσπασμα Πίνδου επετεύχθη η ανακατάληψη της Γραμμής «Γύφτισσα – Οξύ» συνελήφθησαν τρεις Ιταλοί αξιωματικοί και διακόσιοι είκοσι δύο οπλίτες, και περιήλθαν στα ελληνικά τμήματα 140 άλογα και αρκετά εφόδια, αλλά εκεί άφησε την τελευταία του πνοή και ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός του πολέμου, ο Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος,  από την (υπό Ιταλική κατοχή τότε) Χάλκη της Δωδεκανήσου.

Η ιταλική αντεπίθεση που ξεκινά με την έναρξη του νέου έτους δεν έχει αποτέλεσμα. Ο ελληνικός στρατός θα μπει στο Πόγραδετς, στο Αργυρόκαστρο, στην Πρεμετή, στη Χιμάρα, στους Αγίους Σαράντα. Σε διάστημα έξι μηνών οι Ιταλοί υφίστανται βαριές ήττες. Δεκαέξι ελληνικές μεραρχίες ακινητοποιούν στην Αλβανία 27 ιταλικές με εξοπλισμό πολύ ανώτερο των ελληνικών.

Στις 29 Ιανουαρίου 1941 και ενώ είχε αρχίσει να διαγράφεται ο κίνδυνος μιας γερμανικής επίθεσης, πέθανε ο Μεταξάς και διάδοχός του, ορίσθηκε από το βασιλιά Γεώργιο ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και πρώην υπουργός Κοινωνικής πρόνοιας, Αλέξανδρος Κορυζής, ο οποίος κληρονόμησε από το Μεταξά μία δύσκολη κατάσταση, που η εξέλιξή της έδειξε ότι δεν ήταν ο ενδεδειγμένος για να την αντιμετωπίσει. Στο μέτωπο, επικρατούσε στασιμότητα, λόγω του βαρύτατου χειμώνα, των σοβαρότατων ελλείψεων σε μηχανοκίνητα και αεροπορία και της άκρας συντηρητικής τακτικής του Γενικού Στρατηγείου, ενώ οι βαλκανικοί σύμμαχοι της Ελλάδος είχαν ήδη αρχίσει να στρέφονται προς τη Γερμανία. Η Ελλάδα θα αποκρούσει και την εαρινή επίθεση των Ιταλών αλλά ήδη η φασιστική Γερμανία είχε πάρει την απόφασή της για εισβολή στην Ελλάδα.

 

Η Γερμανική εισβολή

Ο Χίτλερ βλέποντας τις διαδοχικές ήττες του ιταλικού στρατού αποφασίζει να επέμβει. Στέλνονται γερμανικές μηχανοκίνητες μεραρχίες στη Βουλγαρία, ενώ παράλληλα απευθύνεται τελεσίγραφο στη Γιουγκοσλαβία να παραχωρήσει το έδαφός της για να περάσει ο γερμανικός στρατός στην Ελλάδα. Η γιουγκοσλαβική άρνηση όμως δεν συνοδεύεται και από αντίστοιχη αντίδραση. Οι Γερμανοί τσακίζουν μέσα σε έξι ημέρες την αντίσταση των Γιουγκοσλάβων και στις 6 Απριλίου του 1941 οι γερμανικές μηχανοκίνητες μεραρχίες εισβάλλουν στο έδαφος της Ελλάδας ταυτόχρονα από τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού βρίσκεται μέσα στην Αλβανία και δεν μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του νέου εισβολέα. Οι λίγες ελληνικές μονάδες που βρίσκονταν στη Μακεδονία μαζί με βρετανικές δυνάμεις δεν μπορούν να ανακόψουν την προέλαση των χιτλερικών στρατευμάτων, παρόλη τη γενναία αντίσταση στα οχυρά του Ρούπελ, Νυμφαίας, κ.α.  Η κυβέρνηση και ο βασιλιάς εγκαταλείπουν τη χώρα, ενώ η στρατιωτική ηγεσία συνθηκολογεί στις 24 Απριλίου.

 

Η μάχη της Κρήτης

Η αντίσταση κατά των Γερμανών μεταφέρεται στην Κρήτη. Οι Γερμανοί για να καταλάβουν την Κρήτη μεταφέρουν από τα άλλα μέτωπα τις επίλεκτες δυνάμεις των αλεξιπτωτιστών. Οι συμμαχικές δυνάμεις που έλαβαν μέρος στη μάχη της Κρήτης ήταν 30000-32000 στρατιώτες και 1500 αξιωματικοί, Άγγλοι, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Επίσης 11500 Έλληνες νεοσύλλεκτοι. Και σύσσωμος ο ηρωικός Κρητικός λαός. 4000 αλεξιπτωτιστές και πάνω από 170 αεροπλάνα ήταν οι Γερμανικές απώλειες.

Η τελευταία μάχη του πολέμου, δόθηκε στην Κρήτη, για την κατάληψη της οποίας είχαν διατεθεί από τους γερμανούς η 7η Μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η 5η ορεινή μεραρχία και ένα σύνταγμα της 5ης θωρακισμένης μεραρχίας. Η γερμανική επίθεση άρχισε στις 20 Μαΐου, όμως ως το απόγευμα της δεύτερη μέρας, κανένα από τα αεροδρόμια της μεγαλονήσου (του Μάλεμε, του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου) δεν είχε καταληφθεί. Οι Κρητικοί, καταδίωκαν τους ουρανοκατέβατους εισβολείς με κάθε μέσο που διέθεταν.  Οι Έλληνες, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί μαχητές, πολέμησαν γενναία, αλλά υπέκυψαν μπροστά στα τρομακτικά πυρά και την  οργάνωση που διέθεταν οι Γερμανοί. Στις 27 Μαΐου καταλήφθηκαν τα Χανιά και δύο μέρες αργότερα το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Η μάχη της Κρήτης ήταν μία πύρρεια νίκη για τους Γερμανούς, για αυτό άλλωστε και δεν επαναλήφθηκε παρόμοια επιχείρηση κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα θύματα των γερμανών στη 10ήμερη «Μάχη της Κρήτης» ξεπερνούσαν τα θύματά τους σε ολόκληρη την επιχείρηση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδος.

                                                             

Αντί επιλόγου: Η συμβολή της Ελλάδος στον πόλεμο και η συμβολή της στην προαιώνια αξία της ελευθερίας

Στις 6 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940 οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την Αθήνα, τα ανακοινωθέντα έγραφαν: «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα ... Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους». [3]

Εκτός του ότι οι ελληνικές επιτυχίες στη βόρειο Ήπειρο, συνιστούν την πρώτη νίκη των Συμμάχων τη στιγμή που φαινόταν ο Άξονας πανίσχυρος, ενθαρρύνουν τους άλλους  λαούς, καταστρέφουν το γόητρο του Μουσολίνι και επηρεάζουν ακόμη περισσότερο τη στάση του αμερικανικού λαού. «Είναι αναμφίβολο» -γράφει ο Τσώρτσιλ- «ότι το έγκλημα που διέπραξαν ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ χτυπώντας την Ελλάδα και οι προσπάθειές μας για να αποτύχει η τυραννία τους άγγιξαν βαθιά τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών και προπάντων τον μεγάλο άνδρα που είχε επικεφαλής, τον Ρούζβελτ».  Η αντίσταση στην Κρήτη προκάλεσε την καταστροφή επίλεκτων γερμανικών δυνάμεων, που θα μπορούσαν να παίξουν κεφαλαιώδη ρόλο στα μεταγενέστερα γεγονότα της Μέσης Ανατολής.  Τέλος χάρη στην ελληνική αντίσταση ο Χίτλερ αναγκάστηκε να αναβάλει για ζωτικό χρονικό διάστημα την επίθεση κατά της Σοβιετικής 'Ένωσης, με αποτέλεσμα να ανατραπούν τα σχέδιά του και να αντιστραφεί η πορεία του πολέμου.

Με την είσοδο της Ελλάδας ο πόλεμος άλλαξε χαρακτήρα. Μια νέα ηθική διάσταση εδραίωσε το στρατόπεδο των συμμάχων, ενσάρκωσε την ιδέα της ελευθερίας, αξιοπρέπειας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αναπτέρωσε το ηθικό των σκλαβωμένων λαών της Ευρώπης.

Η συνειδητή καθολική αντίσταση των Ελλήνων έναντι των κατακτητικών επιθέσεων που δέχτηκε η Πατρίδα μας, συνετέλεσαν στο να αναδειχθεί η Ελλάδα σε ουσιαστικό παράγοντα, που συνέβαλε αποφασιστικά στη τελική νίκη των Συμμάχων κατά του Άξονα. Η 28η Οκτωβρίου θα δείχνει πάντοτε τι μπορούν να καταφέρουν οι Έλληνες όταν είναι ενωμένοι.

 

 



[1] Δ. Λιμνιάτης, «Το έπος του 1940 και ο στρατηγός Κατσιμήτρος», περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τ. 352, Οκτώβριος 1997.

[2] Υπ' αριθμόν πρωτ. 30904 γενικής διαταγής της VIII Μεραρχίας της 30 Οκτωβρίου 1940. 

[3] Β. Βλασίδης, “Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και το έπος του 1940”, Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Θεσσαλονίκη 2001.

malkidis_2_400

1672_400

 

Designed by Ingenius Images